Υποδομές: Τι έρχεται μετά το Ταμείο Ανάκαμψης – Τα έργα αλλάζουν μοντέλο χρηματοδότησης

Το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης αλλάζει το μοντέλο των μεγάλων έργων, με αυστηρότερη ιεράρχηση, ώριμες υποδομές και μεγαλύτερη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων.

Υποδομές: Τι έρχεται μετά το Ταμείο Ανάκαμψης – Τα έργα αλλάζουν μοντέλο χρηματοδότησης

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του epirusgate.gr στην Google

Σε αναζήτηση της επόμενης γενιάς έργων μπαίνει ο κατασκευαστικός κλάδος, καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης βρίσκεται πλέον στην τελική του φάση και το μοντέλο που έδωσε ισχυρή ώθηση στις επενδύσεις των τελευταίων ετών δεν μπορεί να συνεχιστεί με τους ίδιους όρους. Το μεγάλο ερώτημα που ανοίγει για την επόμενη περίοδο είναι από πού θα χρηματοδοτηθούν οι νέες υποδομές, ποια έργα θα μπουν σε προτεραιότητα και πώς θα διατηρηθεί η παραγωγική δυναμική που έχουν αναπτύξει οι μεγάλοι κατασκευαστικοί όμιλοι.

Η εικόνα που διαμορφώνεται έχει δύο όψεις. Από τη μία πλευρά, οι δυνατότητες του Δημοσίου είναι συγκεκριμένες, ένα νέο Ταμείο Ανάκαμψης δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο και οι ευρωπαϊκοί πόροι θα πρέπει να διεκδικούνται σε ένα ολοένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Από την άλλη, η χώρα εξακολουθεί να έχει μεγάλες ανάγκες σε υποδομές, ενώ οι τεχνικές εταιρείες έχουν ενισχυθεί σημαντικά σε ανθρώπους, εξοπλισμό, τεχνογνωσία και χρηματοοικονομική ισχύ. Το ζητούμενο επομένως δεν είναι απλώς να βρεθεί το επόμενο χρηματοδοτικό πρόγραμμα. Είναι να διαμορφωθεί ένα νέο μοντέλο παραγωγής έργων, με καλύτερη ωρίμανση, σαφέστερη ιεράρχηση, μεγαλύτερη κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων και ισχυρότερη σύνδεση της κατασκευής με την επένδυση.

Ταχιάος: Δεν υπάρχει απεριόριστη δεξαμενή δημόσιου χρήματος

Τα όρια μέσα στα οποία θα κινηθεί η επόμενη περίοδος έθεσε ο υφυπουργός Υποδομών και Μεταφορών Νίκος Ταχιάος, στο χθεσινό 9ο Συνέδριο Υποδομών και Μεταφορών – ITC 2026, ξεκαθαρίζοντας καταρχάς ότι το Ταμείο Ανάκαμψης δεν σχεδιάστηκε πρωτίστως ως μηχανισμός χρηματοδότησης μεγάλων δημοσίων έργων.

Παρά τη σημαντική συμβολή του σε συγκεκριμένες υποδομές, μεγάλο μέρος του προγράμματος κατευθύνθηκε σε μεταρρυθμίσεις και άλλες δράσεις. Επιπλέον, οι αυστηρές προθεσμίες του και η απουσία της δυνατότητας χρηματοδοτικής «γέφυρας», όπως συμβαίνει σε άλλα ευρωπαϊκά προγράμματα, περιόρισαν τη δυνατότητα ένταξης έργων με μεγάλο χρόνο κατασκευής.

Καθώς ο συγκεκριμένος μηχανισμός φτάνει στην τελική του φάση, η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι θα ακολουθήσει ένα δεύτερο αντίστοιχο πρόγραμμα. Ο Νίκος Ταχιάος σημείωσε ότι δεν διαφαίνεται σήμερα διάθεση από χώρες της Βόρειας Ευρώπης, όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, να επαναληφθεί ένα χρηματοδοτικό σχήμα αντίστοιχο με εκείνο που δημιουργήθηκε μετά την πανδημία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη βγαίνει από την εξίσωση. Το αντίθετο. Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση παραμένει κρίσιμη για τις ελληνικές υποδομές, καθώς μεγάλο μέρος των έργων που κατασκευάστηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες δεν θα μπορούσε να έχει υλοποιηθεί χωρίς τους κοινοτικούς πόρους.

Η Ελλάδα θα πρέπει επομένως να στραφεί στα επόμενα προγράμματα του ΕΣΠΑ και στα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία που θα διαμορφωθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η διαφορά είναι ότι η πρόσβαση σε αυτά θα είναι περισσότερο ανταγωνιστική, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την ύπαρξη ώριμων έργων τα οποία θα μπορούν να διεκδικήσουν χρηματοδότηση όταν ανοίξουν οι σχετικές δυνατότητες.

Περιορισμένες είναι παράλληλα και οι δυνατότητες του εθνικού σκέλους. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων λειτουργεί μέσα σε συγκεκριμένα δημοσιονομικά όρια, ενώ η υπεραπόδοση των κρατικών εσόδων δεν συνεπάγεται ότι τα πρόσθετα ποσά μπορούν αυτομάτως να κατευθυνθούν σε νέα έργα.

Στην ίδια λογική, ούτε οι ΣΔΙΤ ούτε οι παραχωρήσεις αποτελούν μια λύση χωρίς όρια. Στις ΣΔΙΤ, οι πληρωμές διαθεσιμότητας δημιουργούν μακροχρόνιες υποχρεώσεις για το Δημόσιο, ενώ και μια παραχώρηση μπορεί να απαιτεί σημαντική εθνική συμμετοχή. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Πύργος – Καλό Νερό, όπου εξετάζεται η λύση της παραχώρησης, αλλά παραμένει κρίσιμο το ζήτημα της δημόσιας χρηματοδοτικής συμμετοχής.

Το μήνυμα είναι ότι η επόμενη περίοδος απαιτεί επιλογές. Τα έργα, όπως υπογράμμισε ο Νίκος Ταχιάος, δεν αποτελούν αυτοσκοπό. Πρέπει να εξυπηρετούν πραγματικές ανάγκες, να είναι ώριμα και να βρίσκονται μέσα στις οικονομικές δυνατότητες της χώρας.

Στασινός: Πρώτα ώριμα έργα και μετά αυστηρότερος έλεγχος των αναδόχων

Η ωρίμανση αποτελεί ίσως τη δεύτερη μεγάλη πρόκληση της επόμενης ημέρας. Ο πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, Γιώργος Στασινός, έβαλε στο επίκεντρο τις χρόνιες αδυναμίες που οδηγούν ένα έργο να δημοπρατείται χωρίς να είναι στην πραγματικότητα έτοιμο να κατασκευαστεί.

Απαλλοτριώσεις, ελλιπείς μελέτες, προσφυγές, αρχαιολογικά ζητήματα και διοικητικές εκκρεμότητες μπορούν να προσθέσουν χρόνια στο χρονοδιάγραμμα μιας υποδομής. Για τον πρόεδρο του ΤΕΕ, το Δημόσιο πρέπει να αναλάβει πρώτα τη δική του ευθύνη, εξασφαλίζοντας ότι ένα έργο περνά στον ανάδοχο με σωστές μελέτες και με όσο το δυνατόν περισσότερα από τα κρίσιμα ζητήματα λυμένα.

Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στις απαλλοτριώσεις, καθώς σε πολλές περιπτώσεις η κατασκευαστική σύμβαση ξεκινά ενώ το Δημόσιο δεν έχει ακόμη εξασφαλίσει πλήρως τους χώρους στους οποίους πρέπει να εκτελεστεί το έργο.

Το ίδιο ισχύει και για τις μελέτες. Όταν ένα έργο δημοπρατείται με ελλείψεις ή αστοχίες στον σχεδιασμό, δημιουργείται έδαφος για αλλαγές, πρόσθετες απαιτήσεις και καθυστερήσεις κατά την κατασκευή.

Από τη στιγμή, όμως, που το κράτος έχει εκπληρώσει τις δικές του υποχρεώσεις, ο Γιώργος Στασινός θεωρεί ότι πρέπει να γίνεται πολύ αυστηρότερο απέναντι στους αναδόχους.

Στο πλαίσιο αυτό έθεσε στο τραπέζι ισχυρότερα μπόνους για τις εταιρείες που μπορούν να ολοκληρώνουν τα έργα νωρίτερα από τις συμβατικές προθεσμίες, αλλά και αντίστοιχες συνέπειες για όσους παρουσιάζουν συστηματικά αδικαιολόγητες καθυστερήσεις.

Μάλιστα, έθεσε το ζήτημα της αξιολόγησης της προηγούμενης συμπεριφοράς κάθε αναδόχου. Μια εταιρεία που εμφανίζει επανειλημμένα προβλήματα στην τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων δεν μπορεί, κατά τον ίδιο, να αντιμετωπίζεται σε κάθε νέο διαγωνισμό σαν να μην υπάρχει προηγούμενο ιστορικό.

Ταυτόχρονα, ξεκαθάρισε ότι δεν μπορεί κάθε καθυστέρηση να αποδίδεται στην κατασκευαστική εταιρεία. Αρχαιολογικά ευρήματα, απαλλοτριώσεις και άλλες εξωγενείς εμπλοκές βρίσκονται πολλές φορές εκτός του ελέγχου του αναδόχου.

Κρίσιμο είναι επίσης να σταματήσει η λογική κατά την οποία κάθε υπηρεσία περιμένει την προηγούμενη για να ξεκινήσει τη δική της διαδικασία. Σε αρκετές περιπτώσεις, σύμφωνα με τον Γιώργο Στασινό, διαφορετικές διαδικασίες μπορούν να εξελίσσονται παράλληλα, περιορίζοντας σημαντικά τον συνολικό χρόνο ωρίμανσης και κατασκευής.

Παναγιωτόπουλος: Έλλειμμα υποδομών 6 έως 8 δισ. ευρώ κάθε χρόνο

Αν το Δημόσιο καλείται να επιλέξει αυστηρότερα τα έργα που θα χρηματοδοτήσει, η ανάγκη για νέες υποδομές κάθε άλλο παρά έχει εξαφανιστεί. Ο διευθύνων σύμβουλος της ΤΕΡΝΑ, Χρήστος Παναγιωτόπουλος, προσδιόρισε το επενδυτικό έλλειμμα στις ελληνικές υποδομές σε περίπου 6 έως 8 δισ. ευρώ ετησίως, ενώ οι συνολικές ανάγκες που έχουν συσσωρευτεί μετά την πολυετή υποεπένδυση της περιόδου της οικονομικής κρίσης εκτιμώνται, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, σε περίπου 40 έως 50 δισ. ευρώ.

Το ερώτημα επομένως δεν είναι αν η χώρα χρειάζεται έργα, αλλά πώς αυτά θα χρηματοδοτηθούν. Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη επειδή ο κατασκευαστικός κλάδος έχει αλλάξει μέγεθος. Μέσα στα τελευταία πέντε με έξι χρόνια η αξία παραγωγής του έχει υπερδιπλασιαστεί, ενώ οι μεγάλοι όμιλοι επένδυσαν σημαντικά σε ανθρώπινο δυναμικό και εξοπλισμό.

Ο Χρήστος Παναγιωτόπουλος αναφέρθηκε σε εθνικό αναπτυξιακό πρόγραμμα πόρων της τάξης των 23 δισ. ευρώ, υπογραμμίζοντας όμως ότι το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι μόνο το ύψος του ποσού αλλά το πώς θα μετατραπεί σε πραγματικές επενδύσεις και έργα. Παράλληλα, έθεσε το ζήτημα του ελλείμματος των ιδιωτικών επενδύσεων. Σύμφωνα με διεθνείς εκθέσεις στις οποίες αναφέρθηκε, η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται κατά περίπου 4 έως 4,5 ποσοστιαίες μονάδες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο συγκεκριμένο πεδίο.

Για τον επικεφαλής της ΤΕΡΝΑ, η απάντηση δεν μπορεί επομένως να αναζητείται μόνο στις δημόσιες δημοπρατήσεις. Οι κατασκευαστικές εταιρείες πρέπει να αποκτήσουν μεγαλύτερη δυνατότητα να δημιουργούν επενδύσεις, να αντλούν κεφάλαια, να αξιοποιούν τον δανεισμό και να αναλαμβάνουν επενδυτικό ρίσκο. Ένα από τα μεγαλύτερα νέα πεδία βρίσκεται στο νερό. Ύδρευση, άρδευση, αποθήκευση, έξυπνα δίκτυα, τηλεμετρία και περιορισμός των απωλειών συνθέτουν μια μεγάλη επενδυτική ανάγκη για τα επόμενα χρόνια. Ενδεικτικά, ο ίδιος επικαλέστηκε στοιχεία για τη Λευκάδα, σύμφωνα με τα οποία οι απώλειες του νερού που διοχετεύεται στο δίκτυο φθάνουν ακόμη και το 60%-65%. Το βασικό μήνυμα είναι ότι οι μεγάλοι όμιλοι δεν μπορούν πλέον να κοιτούν μόνο από πού θα έρθει το επόμενο δημόσιο έργο. Όσο μεγαλώνουν, τόσο περισσότερο πρέπει να μπορούν να «στέκονται στα πόδια τους», δημιουργώντας και χρηματοδοτώντας οι ίδιοι επενδυτικές ευκαιρίες.

Διαβάστε περισσότερα στο powergame.gr

Προσθήκη ως προτεινόμενη
πηγή στη Google