Οι Έλληνες ζουν περισσότερο, αλλά με λιγότερα χρόνια καλής υγείας
Τα χρόνια νοσήματα προκαλούν πλέον το 85% του φορτίου νοσηρότητας στην Ελλάδα, ενώ νέα μελέτη προτείνει δέκα μεταρρυθμίσεις για πρόληψη, ισότιμη πρόσβαση και βιωσιμότητα του ΕΣΥ.
Σε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τη βιωσιμότητα του Εθνικού Συστήματος Υγείας εξελίσσονται τα χρόνια νοσήματα, καθώς επηρεάζουν ήδη μεγάλο μέρος του ενήλικου πληθυσμού και απαιτούν μακροχρόνια, συστηματική φροντίδα.
Περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα ενήλικες στην Ελλάδα ζουν με τουλάχιστον μία χρόνια πάθηση, ενώ στους πολίτες άνω των 65 ετών ένας στους δύο αντιμετωπίζει ταυτόχρονα δύο ή περισσότερα χρόνια νοσήματα.
Η εικόνα αυτή κατατάσσει τη χώρα μεταξύ εκείνων με τα υψηλότερα ποσοστά πολυνοσηρότητας στην Ευρώπη και εντείνει την πίεση στις δομές, στο προσωπικό και στους διαθέσιμους πόρους του συστήματος υγείας.
Τα καρδιαγγειακά νοσήματα, ο καρκίνος, ο σακχαρώδης διαβήτης, οι χρόνιες αναπνευστικές παθήσεις και η νεφρική νόσος εκτιμάται ότι ευθύνονται για το 85% του συνολικού φορτίου νοσηρότητας στην Ελλάδα.
Οι Έλληνες ζουν περισσότερο, αλλά όχι πάντα με καλή υγεία
Τα στοιχεία περιλαμβάνονται στη δεύτερη ελληνική μελέτη «Policy Roadmaps for Acting Early on NCDs», η οποία εκπονήθηκε στο πλαίσιο της διεθνούς πρωτοβουλίας Partnership for Health System Sustainability and Resilience – PHSSR.
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα είναι ότι το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα έχει ανακάμψει μετά την πανδημία του κορωνοϊού και έχει φτάσει τα 80,8 έτη. Ωστόσο, μικρότερο μέρος αυτών των ετών διανύεται με καλή υγεία σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Μετά την ηλικία των 65 ετών, τα προσδοκώμενα χρόνια υγιούς ζωής περιορίζονται στα 8,8, έναντι 9,1 ετών κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η γήρανση του πληθυσμού και η αύξηση της πολυνοσηρότητας αναμένεται να ενισχύσουν περαιτέρω τις ανάγκες για περίθαλψη, καθιστώντας αναγκαία τη μετάβαση από την αποσπασματική αντιμετώπιση των ασθενειών σε ένα οργανωμένο σύστημα πρόληψης, έγκαιρης διάγνωσης και μακροχρόνιας παρακολούθησης.
Οι δέκα αλλαγές που προτείνει η μελέτη
Η μελέτη δεν περιορίζεται στην καταγραφή των προβλημάτων, αλλά παρουσιάζει έναν οδικό χάρτη παρεμβάσεων για ένα περισσότερο βιώσιμο, ανθεκτικό και ανθρωποκεντρικό σύστημα υγείας.
Οι δέκα μεταρρυθμιστικές προτεραιότητες είναι:
- Επένδυση στην πρόληψη από την παιδική ηλικία και προώθηση υγιεινών συμπεριφορών σε όλη τη διάρκεια της ζωής.
- Συστηματική καταγραφή και μείωση των ανισοτήτων στην υγεία, με στοχευμένες παρεμβάσεις για τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
- Αξιολόγηση των προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου και σύνδεσή τους με ολοκληρωμένες διαδρομές διάγνωσης και θεραπείας. Προτείνεται επίσης η επέκτασή τους στη χρόνια νεφρική νόσο, στον καρκίνο του πνεύμονα, στο μελάνωμα και στην άνοια.
- Ανάπτυξη διεπιστημονικών και ασθενοκεντρικών μοντέλων για τη διαχείριση των χρόνιων νοσημάτων.
- Αλλαγή του τρόπου χρηματοδότησης, ώστε η αποζημίωση των υπηρεσιών υγείας να συνδέεται περισσότερο με τα αποτελέσματα και όχι μόνο με τον όγκο των παρεχόμενων υπηρεσιών.
- Έγκαιρη και βιώσιμη πρόσβαση των ασθενών στην καινοτομία, στα νέα φάρμακα, στα ιατροτεχνολογικά προϊόντα και στις ψηφιακές τεχνολογίες.
- Κατάρτιση ολοκληρωμένου Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τα μη μεταδιδόμενα νοσήματα, με συγκεκριμένους στόχους, δείκτες και μηχανισμούς λογοδοσίας.
- Ενεργός συμμετοχή των ασθενών στη διαμόρφωση και στην αξιολόγηση των πολιτικών υγείας.
- Αξιοποίηση των δεδομένων υγείας και της τεχνητής νοημοσύνης για τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων και τη βελτίωση των υπηρεσιών.
- Ενσωμάτωση της αρχής «Health in All Policies», ώστε οι επιπτώσεις στην υγεία να λαμβάνονται υπόψη σε όλες τις δημόσιες πολιτικές.
Η PHSSR δημιουργήθηκε μετά την πανδημία του COVID-19 και συγκεντρώνει επιστήμονες, ακαδημαϊκά ιδρύματα, επαγγελματίες υγείας, φορείς χάραξης πολιτικής και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών από 30 χώρες.
Στην ελληνική ομάδα εργασίας συμμετείχαν οι Κώστας Αθανασάκης, Ηλίας Κυριόπουλος, Γιάννης Αγοραστός και Γιώτα Ναούμ, σε συνεργασία με εμπειρογνώμονες, θεσμικούς φορείς, επαγγελματίες υγείας και εκπροσώπους ασθενών.
Ο Κώστας Αθανασάκης, επικεφαλής της PHSSR για την Ελλάδα και αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικών της Υγείας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, επισήμανε ότι η ολοκλήρωση της μελέτης αποτελεί αφετηρία για μια νέα φάση συνεργασίας.
Όπως ανέφερε, ζητούμενο είναι οι προτάσεις να αποτελέσουν πρακτικό εργαλείο για όσους σχεδιάζουν και εφαρμόζουν πολιτικές υγείας, οδηγώντας σε αποτελεσματικότερες παρεμβάσεις και καλύτερα αποτελέσματα για τους πολίτες.
Ακολούθησε το Epirusgate.gr στο Google News για όλες τις τελευταίες ειδήσεις
πηγή στη Google
Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ. 252033