ΠΓΝΙ: «Αποδυναμώνουν το Μικροβιολογικό» – Καταγγελία της ΕΙΝΗ μετά τη μετακίνηση Βιοπαθολόγου

Καταγγελία για μετακίνηση Βιοπαθολόγου από το Κεντρικό Μικροβιολογικό Εργαστήριο του ΠΓΝΙ θέτει ζητήματα υποστελέχωσης, επιστημονικής εποπτείας και εκπαίδευσης ειδικευόμενων.

ΠΓΝΙ: «Αποδυναμώνουν το Μικροβιολογικό» – Καταγγελία της ΕΙΝΗ μετά τη μετακίνηση Βιοπαθολόγου

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του epirusgate.gr στην Google

Σοβαρά ερωτήματα για τη μετακίνηση ιατρού Βιοπαθολογίας από το Κεντρικό Μικροβιολογικό Εργαστήριο του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων (ΠΓΝΙ) στο Εργαστήριο Ανοσολογίας της Ρευματολογικής Κλινικής διατυπώνει η Ένωση Ιατρών Νοσοκομείων Ηπείρου (ΕΙΝΗ), με αφορμή την απόφαση της διοίκησης να μετακινήσει έμπειρη Βιοπαθολόγο στο Εργαστήριο Ανοσολογίας της Ρευματολογικής Κλινικής.

Η ΕΙΝΗ υποστηρίζει ότι η μετακίνηση της επιστημονικά υπεύθυνης της Μονάδας Ανοσολογίας, η οποία κατείχε τη συγκεκριμένη θέση από το 2017, επιβαρύνει ένα ήδη υποστελεχωμένο εργαστήριο που πραγματοποιεί περισσότερες από 100.000 ανοσολογικές εξετάσεις ετησίως. Παράλληλα, θέτει ερωτήματα για την επιστημονική εποπτεία και τη λειτουργία του εργαστηρίου της Ρευματολογικής Κλινικής, ζητώντας την άμεση ανάκληση της απόφασης μετακίνησης και την ενίσχυση των κεντρικών εργαστηρίων του νοσοκομείου με το αναγκαίο προσωπικό. Στο επίκεντρο βρίσκεται η μετακίνηση της επιστημονικά υπεύθυνης της Μονάδας Ανοσολογίας του Κεντρικού Μικροβιολογικού Εργαστηρίου, θέση την οποία κατείχε από το 2017.

Σύμφωνα με την καταγγελία, η απόφαση του διοικητή του ΠΓΝΙ, με αριθμό πρωτοκόλλου 25700/30-09-2026, αποδυναμώνει ένα ήδη υποστελεχωμένο εργαστήριο, ενώ εγείρει ερωτήματα για τον τρόπο λειτουργίας και την επιστημονική εποπτεία του αντίστοιχου εργαστηρίου της Ρευματολογικής Κλινικής.

Πάνω από 100.000 εξετάσεις ετησίως με καλυμμένες τις μισές οργανικές θέσεις

Όπως επισημαίνεται, η Μονάδα Ανοσολογίας του Κεντρικού Μικροβιολογικού Εργαστηρίου λειτουργεί αδιάλειπτα από το 2001 και πραγματοποιεί περισσότερες από 100.000 ανοσολογικές εξετάσεις τον χρόνο. Εξυπηρετεί ασθενείς από το σύνολο των κλινικών και των εξωτερικών ιατρείων του νοσοκομείου, καλύπτοντας τόσο συνήθεις διαγνωστικές ανάγκες όσο και εξετάσεις για ειδικές ή σπανιότερες παθήσεις. Παρά τον αυξημένο όγκο εργασίας, σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, στο Κεντρικό Μικροβιολογικό Εργαστήριο καλύπτεται μόλις το 50% των οργανικών θέσεων ιατρικού προσωπικού.

Υποστηρίζεται, συνεπώς, ότι η απομάκρυνση μιας έμπειρης Βιοπαθολόγου από τη συγκεκριμένη μονάδα επιβαρύνει περαιτέρω τη λειτουργία της.

Η καταγγελία παραθέτει σειρά εγγράφων και διοικητικών ενεργειών που προηγήθηκαν της μετακίνησης.

Στις 15 Νοεμβρίου 2024, ο διοικητής του ΠΓΝΙ απευθύνθηκε στην 6η Υγειονομική Περιφέρεια, ζητώντας διευκρινίσεις σχετικά με τη δυνατότητα διενέργειας ειδικών ανοσολογικών εξετάσεων στο εργαστήριο της Ρευματολογικής Κλινικής. Στην απάντησή της, στις 27 Ιανουαρίου 2025, η 6η ΥΠΕ ανέφερε ότι οι εξετάσεις μπορούν να εγκρίνονται χωρίς να απαιτείται εισήγηση του Μικροβιολογικού Εργαστηρίου, διευκρινίζοντας ότι η ιεράρχηση των αναγκών αποτελεί αρμοδιότητα των οργάνων του νοσοκομείου. Ακολούθως, το Επιστημονικό Συμβούλιο ζήτησε τη θέση της διευθύντριας του Μικροβιολογικού Εργαστηρίου, η οποία απάντησε ότι το Κεντρικό Εργαστήριο είχε τη δυνατότητα να πραγματοποιεί τις συγκεκριμένες εξετάσεις.

Το Επιστημονικό Συμβούλιο παρέπεμψε στη συνέχεια στο Διοικητικό Συμβούλιο την απόφαση για το εάν θα λειτουργούν παράλληλα δύο ανοσολογικά εργαστήρια στο νοσοκομείο.

Στις 17 Δεκεμβρίου 2025, το Δ.Σ. ενέκρινε τη διενέργεια εξετάσεων από το Εργαστήριο Ανοσολογίας της Ρευματολογικής Κλινικής και την καταχώρισή τους στο πληροφοριακό σύστημα GI-Clinic.

Κατά την καταγγελία, πρόκειται για περίπου 300 εξετάσεις ετησίως, οι οποίες θα μπορούσαν να πραγματοποιούνται στο Κεντρικό Εργαστήριο, όπου ήδη διενεργούνται περισσότερες από 100.000 εξετάσεις.

Ερωτήματα για την επιστημονική εποπτεία και την υπογραφή των αποτελεσμάτων

Από τον Μάρτιο του 2026, σύμφωνα με το κείμενο, οι διευθυντές των τμημάτων του ΠΓΝΙ ενημερώθηκαν επισήμως για την έναρξη λειτουργίας του Εργαστηρίου Ανοσολογίας της Ρευματολογικής Κλινικής.

Οι καταγγέλλοντες ζητούν να διευκρινιστεί ποιος είχε την επιστημονική ευθύνη του εργαστηρίου, ποιοι ποιοτικοί έλεγχοι πραγματοποιούνταν και ποιος αξιολογούσε και υπέγραφε τα αποτελέσματα των εξετάσεων.

Επικαλούνται επίσης έγγραφο της διευθύντριας του Κεντρικού Μικροβιολογικού Εργαστηρίου προς το Δ.Σ., με ημερομηνία 6 Οκτωβρίου 2026, στο οποίο επισημαίνεται η ανάγκη παρουσίας ιατρού ειδικότητας Ιατρικής Βιοπαθολογίας – Εργαστηριακής Ιατρικής.

Στο έγγραφο αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι η παρουσία τέτοιου ιατρού «κρίνεται αναγκαία για τη διασφάλιση της απαιτούμενης επιστημονικής ευθύνης και εποπτείας, καθώς και για την αξιολόγηση, έγκριση και υπογραφή των αποτελεσμάτων».

Η καταγγελία θέτει το ερώτημα γιατί κρίθηκε αναγκαία η μετακίνηση της συγκεκριμένης ιατρού, ενώ, όπως υποστηρίζεται, η διοίκηση είχε προηγουμένως αναφέρει ότι το εργαστήριο της Ρευματολογικής μπορούσε να ανταποκριθεί με το ήδη υπηρετούν προσωπικό.

Προειδοποίηση ακόμη και για την εκπαίδευση των ειδικευόμενων

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις πιθανές συνέπειες της μετακίνησης για την εκπαίδευση των ειδικευόμενων ιατρών. Σύμφωνα με την καταγγελία, η διευθύντρια του Μικροβιολογικού Εργαστηρίου προειδοποιεί ότι η απώλεια εξειδικευμένου προσωπικού μπορεί να δημιουργήσει κενά στην κάλυψη των εκπαιδευτικών αντικειμένων της Ιατρικής Βιοπαθολογίας.

Όπως αναφέρεται στο έγγραφό της, η κατάσταση ενδέχεται να έχει ως τελική συνέπεια «την αδυναμία λήψης πλήρους ειδικότητας Ιατρικής Βιοπαθολογίας σε ένα Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο».

Οι καταγγέλλοντες επικαλούνται ακόμη έγγραφο του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας του 1999, υποστηρίζοντας ότι η διενέργεια εργαστηριακών εξετάσεων πρέπει να ακολουθεί συγκεκριμένες προϋποθέσεις επιστημονικής ευθύνης και εποπτείας.

Περαιτέρω προβληματισμό προκαλεί στους συντάκτες της καταγγελίας η αναφορά, στην απόφαση μετακίνησης, σε διαδικασία επιλογής της ιατρού για θέση σε άλλο νοσηλευτικό ίδρυμα. Σύμφωνα με όσα παραθέτουν, ο διοικητής, υπό την ιδιότητά του ως προέδρου του αρμόδιου Συμβουλίου Κρίσης και Επιλογής Ιατρών, αναφέρεται στη μοριοδότηση της συγκεκριμένης ιατρού.

Οι καταγγέλλοντες ζητούν εξηγήσεις για τη σύνδεση αυτής της διαδικασίας με την υπηρεσιακή μετακίνησή της, ενώ διατυπώνουν και ερωτήματα για τον χειρισμό πληροφοριών που αφορούν τις κρίσεις ιατρών.

Αίτημα άμεσης ανάκλησης της απόφασης

Με την παρέμβασή τους, οι καταγγέλλοντες ζητούν την ενίσχυση των κεντρικών εργαστηρίων του ΠΓΝΙ με το αναγκαίο προσωπικό και την άμεση ανάκληση της μετακίνησης της Βιοπαθολόγου.

Παράλληλα, καλούν τους ιατρούς που συμμετέχουν στο Διοικητικό Συμβούλιο του νοσοκομείου και ιδιαίτερα τον πρόεδρο του Ιατρικού Συλλόγου Ιωαννίνων να τοποθετηθούν δημόσια.

Η υπόθεση αναδεικνύει ερωτήματα για τη στελέχωση, την κατανομή των εργαστηριακών εξετάσεων και την επιστημονική ευθύνη των μονάδων του νοσοκομείου.

Οι αιτιάσεις της ΕΙΝΗ και οι αναφορές σε ενδεχόμενες παρατυπίες αποτελούν ισχυρισμούς της καταγγελίας και προφανώς δεν συνιστούν διαπιστωμένες παραβάσεις.

Προσθήκη ως προτεινόμενη
πηγή στη Google