Πήξαμε στους αναντικατάστατους!

Μητσοτάκης, Τσίπρας και Καρυστιανού χρησιμοποιούν διαφορετικές εκδοχές προσωποποιημένων εκλογικών διλημμάτων. Όμως η κάλπη χρειάζεται πολιτικές προτάσεις και όχι το μήνυμα ότι χωρίς κάποιον έρχεται το χάος.

gate-crash

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του epirusgate.gr στην Google

Πάμε σε εκλογές με όρους απειλής και όχι πολιτικών προτάσεων, μεταξύ των οποίων ο κάθε Έλληνας θα πρέπει να σταθμίσει και να επιλέξει με βάση τα δικά του κριτήρια. Πολιτικό αρχηγοί-υποψήφιοι Πρωθυπουργοί εμφανίζονται ως αναντικατάστατοι. Χωρίς αυτούς, περίπου, δεν υπάρχει αύριο.

Στον Κυριάκο Μητσοτάκη το σχήμα αυτό βγήκε στις εκλογές του 2023 όταν η χώρα και ο κόσμος δεν βίωνε υπαρξιακές απειλές, όπως συμβαίνει σήμερα με τις βόμβες από drones να σκάνε σχεδόν δίπλα μας, με την ενεργειακή κρίση και την ακρίβεια – εισαγωγής ή με ευθύνη Μητσοτάκη – να τσακίζει το μέσο νοικοκυριό, με τις σταθερές του κόσμου όπως στήθηκε μεταπολεμικά, σε μια μεγάλη αμφισβήτηση. Τότε, ήταν ακόμα νωπές οι μνήμες της διακυβέρνησης Τσίπρα-Καμμένου και κανείς δεν διανοούνταν πως τις θυσίες ετών θα τις σπατάλαγε, προκειμένου να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στην “πρώτη φορά Αριστερά”. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εσχάτως έχει επιχειρήσει να αποστασιοποιηθεί λεκτικά από το «Μητσοτάκης ή χάος», χαρακτηρίζοντάς το ακόμη και «ψεύτικο δίλημμα». Ο κυβερνητικός κύκλος όμως, το αναπαράγει, με κορυφαία διατύπωση, άλλης εκδοχής, την απειλή του Φλωρίδη ότι χωρίς το Μητσοτάκη, θα μας κάνουν ντου οι Τούρκοι!

Για ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος η επιστροφή στον ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί και σήμερα ελκυστική εναλλακτική. Αυτό όμως δεν αποτελεί λευκή επιταγή στο διηνεκές για κανέναν.

Ο Αλέξης Τσίπρας, από την άλλη, επιστρέφει σε μια γνώριμη πολιτική γραμματική. Στη συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ έθεσε το δίλημμα «ή εμείς ή κανείς», παρουσιάζοντας τη δική του πολιτική πρόταση ως αυτή που μπορεί να επιφέρει την αλλαγή και να κερδίσει τον Μητσοτάκη. Από το «Μητσοτάκης ή…» περάσαμε λοιπόν στο «ή εμείς ή κανείς».

Και ήρθε η Μαρία Καρυστιανού να συμπληρώσει το παζλ. Δήλωσε στο MEGA ότι, εάν το κόμμα της δεν καταφέρει να μπει στη Βουλή, για την ίδια η πολιτική προσπάθεια θα έχει τελειώσει και ότι θα φύγει από την Ελλάδα. Η ίδια συνέδεσε αυτή την απόφαση με όσα καταγγέλλει για τη λειτουργία της χώρας και με την απογοήτευσή της από το πολιτικό σύστημα. Δικαίωμά της ασφαλώς να φύγει, όπως δικαίωμα κάθε πολιτικού είναι να δηλώνει ότι θα αποχωρήσει αν δεν πετύχει τον στόχο του.

Κάτι αντίστοιχο με απειλή αποχώρησης από τη χώρα είχε διατυπώσει το 2014 ο Άδωνις Γεωργιάδης, λέγοντας ότι θα έφευγε από την Ελλάδα αν ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδιζε τις εκλογές. Αργότερα εξήγησε ότι επρόκειτο για υπερβολή – μια από τις πολλές, βλέπε νανογιλέκα, κτλ. από αυτές που αρέσουν στον Υπουργό Υγείας (σ.σ. και ευεξίας θα ήταν μια χαριτωμένη προσθήκη στον τίτλο του συγκεκριμένου χαρτοφυλακίου, μιας και μας τα έχει κάνει τσουρέκια ο κ. Υπουργός τις τελευταίες μέρες, με την τραγωδία Μαζωνάκη).

Ως πολιτική επικοινωνία, τέτοιες διατυπώσεις έχουν ένα σοβαρό μειονέκτημα: μετακινούν το κέντρο βάρους από το «τι προτείνω για εσένα» στο «τι θα συμβεί αν δεν επιλέξεις εμένα». Η ψήφος όμως, δεν είναι ούτε ψυχολογικός εκβιασμός ούτε δημοψήφισμα για την προσωπική δικαίωση οποιουδήποτε πολιτικού. Η αποτελεσματική δημοκρατική επικοινωνία μπορεί να αναδεικνύει διακυβεύματα και συνέπειες, αλλά χρειάζεται ταυτόχρονα να εξηγεί τι θα γίνει, με ποια μέσα, με ποιο κόστος και με ποιο αποτέλεσμα. Όταν το πρόγραμμα υποχωρεί και στη θέση του μπαίνει το «εγώ ή οι άλλοι», η πολιτική προσωποποιείται και η συζήτηση φτωχαίνει.

Σε μια εποχή πραγματικής ανασφάλειας, οι πολίτες έχουν ήδη αρκετές απειλές πάνω από το κεφάλι τους. Δεν χρειάζονται άλλες από τους υποψηφίους να τους κυβερνήσουν. Χρειάζονται σχέδια, αριθμούς, προτεραιότητες και λογοδοσία.

Γιατί, τελικά, στις δημοκρατίες υπάρχει μία μάλλον ενοχλητική αλήθεια για όσους αισθάνονται αναντικατάστατοι: Αναντικατάστατοι δεν υπάρχουν. Και ευτυχώς δηλαδή.

Προσθήκη ως προτεινόμενη
πηγή στη Google