Αδιέξοδο χωρίς έξοδο – Η κοινωνία κουράστηκε, η κυβέρνηση φθείρεται, αλλά η εναλλακτική ακόμη δεν πείθει

Άρθρο γνώμης της Βίλιαν Στασινού που αναφέρεται στην κυβερνητική φθορά η οποία όμως δεν οδηγεί αυτομάτως σε πολιτική αλλαγή, καθώς η αντιπολίτευση δεν έχει διαμορφώσει πειστική πρόταση.

Αδιέξοδο χωρίς έξοδο - Η κοινωνία κουράστηκε, η κυβέρνηση φθείρεται, αλλά η εναλλακτική ακόμη δεν πείθει

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του epirusgate.gr στην Google

Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική που οι αριθμοί λένε τη μισή αλήθεια.

Η άλλη μισή βρίσκεται στην κοινωνία.

Στις κουβέντες των ανθρώπων, στην αγωνία για τον λογαριασμό του ρεύματος, στην τιμή των καυσίμων, στο κόστος του σούπερ μάρκετ, στην ανασφάλεια για τον επόμενο χειμώνα. Βρίσκεται κυρίως σε εκείνο το αίσθημα κόπωσης που δεν αποτυπώνεται πάντα με ακρίβεια σε μια δημοσκόπηση.

Και κάπου εδώ αρχίζει το ελληνικό πολιτικό παράδοξο.

Μια κυβέρνηση που βρίσκεται αρκετά χρόνια στην εξουσία έχει απέναντί της μια κοινωνία που σε σημαντικό βαθμό έχει κουραστεί από τα προβλήματα, τις αστοχίες, τις καθυστερήσεις και τις υποσχέσεις που δεν μεταφράζονται πάντοτε στην καθημερινότητα.

Κι όμως, εξακολουθεί να προηγείται.

Γιατί;

Επειδή η φθορά της κυβέρνησης δεν αρκεί από μόνη της για να δημιουργήσει πολιτική αλλαγή.

Χρειάζεται και πειστική εναλλακτική.

Και αυτή, σήμερα, δεν φαίνεται να έχει ακόμη διαμορφωθεί με τρόπο που να πείθει ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας.

Αυτό είναι το πραγματικό αδιέξοδο.

Η κυβέρνηση δεν μπορεί να θεωρεί ότι επειδή προηγείται στις δημοσκοπήσεις έχει λυμένα τα προβλήματά της. Οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και όχι λευκή επιταγή.

Αλλά ούτε και η αντιπολίτευση μπορεί να θεωρεί ότι η κυβερνητική φθορά μετατρέπεται αυτόματα σε δική της δυναμική.

Δεν μετατρέπεται.

Ο πολίτης μπορεί να είναι δυσαρεστημένος με την κυβέρνηση και ταυτόχρονα να μην αισθάνεται ότι έχει απέναντί του μια πειστική επιλογή.

Και τότε τι κάνει;

Περιμένει.

Παρακολουθεί.

Συγκρίνει.

Κρατά αποστάσεις.

Και κυρίως, δεν αποφασίζει.

Αυτό ακριβώς κάνει το σημερινό πολιτικό σκηνικό να μοιάζει με αδιέξοδο χωρίς έξοδο.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να κρατήσει το πολιτικό momentum της ΔΕΘ, να μετατρέψει τις εξαγγελίες σε απτά μέτρα και να προλάβει τις κοινωνικές πιέσεις που δημιουργεί η νέα ενεργειακή αναστάτωση.

Η συζήτηση για το πετρέλαιο θέρμανσης, τα καύσιμα και ακόμη και για πιθανή μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης δείχνει ότι το Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζει πως η οικονομία της καθημερινότητας θα είναι ένα από τα πιο κρίσιμα πεδία της επόμενης περιόδου.

Γιατί άλλο οι δείκτες και άλλο το τι αισθάνεται ο πολίτης όταν πηγαίνει να γεμίσει το αυτοκίνητό του.

Άλλο η ανακοίνωση ενός μέτρου και άλλο το αν αυτό θα φανεί πραγματικά στο πορτοφόλι.

Και υπάρχει και κάτι ακόμη.

Η ίδια η κυβέρνηση φαίνεται να γνωρίζει ότι η πολιτική αυτοπεποίθηση μπορεί πολύ εύκολα να μετατραπεί σε πολιτική αλαζονεία.

Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης προειδοποίησε τα στελέχη του να μην εκπέμπουν την εικόνα ότι η Νέα Δημοκρατία είναι «περίπου αναντικατάστατη».

Γιατί καμία κυβέρνηση δεν είναι αναντικατάστατη.

Και καμία κοινωνία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν δεδομένη.

Όμως το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στην κυβέρνηση.

Βρίσκεται και στην άλλη πλευρά του πολιτικού χάρτη.

Γιατί όταν μεγάλα ζητήματα μένουν χωρίς ισχυρό, καθημερινό και τεκμηριωμένο πολιτικό έλεγχο, το κενό μεγαλώνει.

Και αυτό το βλέπουμε ακόμη και στην περιφέρεια.

Στην Ήπειρο, για παράδειγμα, η Εγνατία Οδός είναι ένα ζήτημα που αφορά την ασφάλεια, τις μετακινήσεις, την οικονομία, τις επιχειρήσεις, την καθημερινότητα χιλιάδων ανθρώπων. Υπάρχουν ερωτήματα για έργα, σήραγγες, κυκλοφοριακές ρυθμίσεις, διόδια και κόστος.

Και είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς:

Ποιος θα πιέσει πραγματικά για απαντήσεις;

Όχι με μια ανακοίνωση που θα ξεχαστεί την επόμενη ημέρα.

Όχι με μια ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα.

Αλλά με συνεχή πολιτική πίεση, συγκεκριμένα ερωτήματα, στοιχεία και απαίτηση για δεσμεύσεις.

Γιατί αντιπολίτευση δεν είναι μόνο να λες «όχι».

Είναι να λες και «εγώ θα κάνω αυτό».

Να εξηγείς πώς.

Με ποιο κόστος.

Σε ποιο χρονοδιάγραμμα.

Με ποια αποτελέσματα.

Αυτό ζητά σήμερα ο πολίτης.

Δεν ζητά απλώς έναν άλλον πολιτικό απέναντι από τον σημερινό.

Ζητά να δει ότι υπάρχει δρόμος.

Και ίσως αυτό είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο του σημερινού σκηνικού.

Ότι υπάρχει δυσαρέσκεια χωρίς σαφή κατεύθυνση.

Υπάρχει κόπωση χωρίς πολιτική ανατροπή.

Υπάρχει κριτική χωρίς να έχει ακόμη διαμορφωθεί μια πειστική συνολική πρόταση.

Και υπάρχει μια κυβέρνηση που εξακολουθεί να προηγείται, γνωρίζοντας όμως ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο.

Αυτό δεν είναι πολιτική σταθερότητα με την ουσιαστική έννοια.

Είναι μια περίοδος αναμονής.

Και η αναμονή κάποια στιγμή τελειώνει.

Το ερώτημα είναι τι θα βρει τότε ο πολίτης μπροστά του.

Μια κυβέρνηση που θα έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της καθημερινότητας;

Μια αντιπολίτευση που θα έχει καταφέρει να πείσει ότι μπορεί να κυβερνήσει;

Ή ένα ακόμη βαθύτερο πολιτικό κενό;

Γιατί στο τέλος της ημέρας ο πολίτης δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το ποιος κερδίζει τη δημοσκόπηση της εβδομάδας.

Ενδιαφέρεται για το αν μπορεί να πληρώσει τους λογαριασμούς του.

Για το αν θα αισθάνεται ασφαλής στον δρόμο.

Για το αν θα έχει αξιοπρεπείς υπηρεσίες.

Για το αν η περιοχή του θα έχει υποδομές.

Για το αν η πολιτική θα δώσει λύσεις στα πραγματικά προβλήματα.

Και όταν κανείς δεν του δίνει μια πειστική απάντηση, τότε το αδιέξοδο δεν είναι μόνο πολιτικό.

Είναι και κοινωνικό.

Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι απλώς ποιος θα κυβερνήσει.

Είναι ποιος θα μπορέσει να πείσει ότι υπάρχει τρόπος να κυβερνηθεί καλύτερα η χώρα.

Γιατί η κοινωνία μπορεί να κουράστηκε.

Μπορεί να απογοητεύτηκε.

Μπορεί να θυμώνει.

Αλλά ακόμη ψάχνει τη διέξοδο.

Και μέχρι να τη βρει, θα παραμένουμε όλοι σε ένα παράξενο πολιτικό τοπίο:

Αδιέξοδο χωρίς έξοδο.

Προσθήκη ως προτεινόμενη
πηγή στη Google