«Συμμορία της διαπλοκής και της λεηλασίας του δημόσιου πλούτου» ή «συμμορία της μιζέριας»; Άρθρο του Χρήστου Γρίβα
Ο Πρόεδρος του Νομαρχιακού Τμήματος Ιωαννίνων της ΑΔΕΔΥ γράφει για τις αιτιάσεις του Υπουργού Υγείας κατά των εργαζομένων που διεκδικούν ένα καλύτερο σύστημα δημόσιας υγείας.
Γράφει ο Χρήστος Γρίβας*
Ο Υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης χαρακτηρίζει επανειλημμένα «συμμορία της μιζέριας» εργαζόμενους και συνδικαλιστές που διαμαρτύρονται για την κατάσταση του ΕΣΥ. Το ίδιο έκανε και αυτή τη φορά, κατά την επίσκεψή του στα Ιωάννινα, η οποία χρωματίστηκε δεόντως από τις, κατά την άποψή μου, «κωμικοτραγικές χορευτικές εκδηλώσεις» του και τους «αλαλαγμούς» στα γραφεία της τοπικής ΝΔ.
Αντί, λοιπόν, να απαντά στα αιτήματά τους, απαξιώνει όσους αναδεικνύουν ελλείψεις, δυσλειτουργίες και καθημερινά προβλήματα και καταφεύγει σε λογιστικές αλχημείες για να εξωραΐσει την κατάσταση.
Αλήθεια, ποιοι εκφράζουν τη μιζέρια; Οι γιατροί που διεκδικούν ασφαλείς εφημερίες, οι νοσηλευτές που εργάζονται σε εξαντλητικές συνθήκες, οι εργαζόμενοι που ζητούν μόνιμες προσλήψεις και αξιοπρεπείς μισθούς; Ή οι πολίτες που αντιμετωπίζουν πολύμηνες αναμονές, ελλείψεις και αυξανόμενες ιδιωτικές πληρωμές;
Η πραγματική πολιτική μιζέρια βρίσκεται στις επιλογές εκείνων που κυβέρνησαν επί δεκαετίες, διαχειρίστηκαν τεράστιους δημόσιους πόρους και δεν εξασφάλισαν ένα ισχυρό, επαρκώς στελεχωμένο και καθολικά προσβάσιμο σύστημα υγείας.
Απέναντι στον χαρακτηρισμό «συμμορία της μιζέριας» τίθεται ένα σοβαρότερο ζήτημα: η διαχρονική σχέση πολιτικής εξουσίας και οικονομικών συμφερόντων, η διαχείριση του δημόσιου πλούτου και η μεταφορά ολοένα μεγαλύτερου κόστους των δημόσιων αγαθών στην κοινωνία.
Αυτή είναι η ουσία της πολιτικής καταγγελίας που συμπυκνώνεται στη φράση «συμμορία της διαπλοκής και της λεηλασίας του δημόσιου πλούτου».
Πρόκειται για μια αιχμηρή πολιτική κριτική απέναντι σε πρακτικές και επιλογές που γεννούν σοβαρά ερωτήματα για τη διαφάνεια, τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος και τη λειτουργία των θεσμών. Οι δημόσιες καταγγελίες για σκάνδαλα, οι απευθείας αναθέσεις, τα ζητήματα θεσμικής λογοδοσίας και η αίσθηση ατιμωρησίας που διαμορφώνεται στην κοινωνία απαιτούν απαντήσεις και ουσιαστικό έλεγχο από την πολιτική εξουσία.
Οι αριθμοί αποκαλύπτουν τις πραγματικές προτεραιότητες
Η δημόσια υγεία δεν αξιολογείται με δηλώσεις και εγκαίνια, αλλά με συγκεκριμένα δεδομένα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το 2024 οι δαπάνες της Γενικής Κυβέρνησης για την υγεία στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν περίπου στο 5,7% του ΑΕΠ, έναντι 7,4% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η διαφορά των 1,7 μονάδων αποτυπώνει ουσιαστικό χάσμα δημόσιας χρηματοδότησης.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ για το 2022, η Ελλάδα διέθετε περίπου το 10% των συνολικών κρατικών δαπανών στην υγεία, έναντι περίπου 15% στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Όταν μια χώρα διαθέτει αναλογικά λιγότερους δημόσιους πόρους για την υγεία, η διαμαρτυρία των εργαζομένων δεν είναι μιζέρια, αλλά εύλογη διεκδίκηση για την κάλυψη πραγματικών κοινωνικών αναγκών.
Το κόστος μεταφέρεται στους πολίτες
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το 2022 οι άμεσες πληρωμές των ελληνικών νοικοκυριών ξεπερνούσαν το 30% των συνολικών δαπανών υγείας, έναντι περίπου 15% στην Ευρώπη. Οι πολίτες καλούνται, δηλαδή, να καλύψουν από το εισόδημά τους υπερδιπλάσιο μερίδιο σε σχέση με τον μέσο Ευρωπαίο.
Πίσω από τους αριθμούς βρίσκονται ο συνταξιούχος που περιορίζει βασικές ανάγκες για εξετάσεις, ο πολίτης που καταφεύγει σε ιδιωτικό διαγνωστικό κέντρο και θεραπευτήριο λόγω αναμονής και η οικογένεια που πληρώνει για υπηρεσίες οι οποίες θα έπρεπε να παρέχονται έγκαιρα από το δημόσιο σύστημα.
Δεν είναι μιζέρια να απαιτείς δημόσια και δωρεάν υγεία. Είναι κοινωνική αδικία να μετατρέπεται η περίθαλψη σε οικονομική δοκιμασία.
Η διαχρονική πολιτική ευθύνη
Η σημερινή κατάσταση του ΕΣΥ δεν δημιουργήθηκε ξαφνικά ούτε οφείλεται αποκλειστικά σε μία κυβέρνηση. Λιτότητα, περικοπές, περιορισμοί στις προσλήψεις, υποστελέχωση και αδυναμία συγκρότησης ολοκληρωμένης πρωτοβάθμιας φροντίδας έχουν διαχρονικές πολιτικές ρίζες.
Η σημερινή κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας οφείλει να λογοδοτεί για τις δικές της επιλογές, όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις για τις δικές τους, λαμβάνοντας υπόψη και τη μακρόχρονη παρουσία της Νέας Δημοκρατίας στη διακυβέρνηση της χώρας. Η πολιτική εξουσία δεν μπορεί να εμφανίζεται ως παρατηρητής των προβλημάτων, όταν έχει την ευθύνη να τα αντιμετωπίσει,πολύ περισσότερο όταν τα έχει δημιουργήσει η ίδια με τις επιλογές της.
Όταν το δημόσιο σύστημα αδυνατεί να ανταποκριθεί, αυξάνεται η ζήτηση για ιδιωτικές υπηρεσίες και η δυνατότητα πληρωμής αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του παράνομη διαπλοκή, επιβάλλει όμως αυστηρό έλεγχο των αποφάσεων, συμβάσεων, αναθέσεων, χρηματοδοτήσεων και σχέσεων του κράτους με ιδιώτες.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ο δημόσιος πλούτος ενισχύει τα κοινωνικά αγαθά ή αν οι πολιτικές επιλογές δημιουργούν προνομιακές συνθήκες για επιμέρους οικονομικά συμφέροντα.
Τα εγκαίνια δεν αρκούν
Η ανακαίνιση ενός νοσοκομείου, η δημιουργία μιας νέας δομής ή η προμήθεια σύγχρονου εξοπλισμού αποτελούν θετικές παρεμβάσεις όταν καλύπτουν πραγματικές ανάγκες. Δεν αρκούν, όμως, χωρίς γιατρούς, νοσηλευτές, μόνιμες προσλήψεις, σταθερή χρηματοδότηση και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας.
Η πραγματική εικόνα του ΕΣΥ αποτυπώνεται στις εφημερίες, στους χρόνους αναμονής, στις κενές οργανικές θέσεις και στην πρόσβαση των πολιτών — όχι στις φωτογραφίες των εγκαινίων. Οι εργαζόμενοι γνωρίζουν αυτή την πραγματικότητα καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον.
Η συνδικαλιστική διεκδίκηση είναι κοινωνική ευθύνη
Ο συνδικαλισμός υπερασπίζεται εργασιακά δικαιώματα, αναδεικνύει κοινωνικές ανάγκες και ελέγχει την εξουσία. Οι εργαζόμενοι στη δημόσια υγεία δεν διεκδικούν μόνο για τον εαυτό τους: οι μόνιμες προσλήψεις βελτιώνουν την περίθαλψη, οι ασφαλείς εφημερίες προστατεύουν τους ασθενείς και τα ισχυρά δημόσια νοσοκομεία αφορούν ολόκληρη την κοινωνία.
Κάθε συνδικαλιστική δράση μπορεί να κρίνεται, αλλά η κριτική πρέπει να αφορά θέσεις και πρακτικές. Η συλλογική απαξίωση των διαμαρτυρόμενων εργαζομένων και των συλλογικών τους εκφράσεων δεν απαντά στα αιτήματά τους.
Η διεκδίκηση δεν είναι μιζέρια. Η σιωπή απέναντι στην υποβάθμιση των δημόσιων αγαθών δεν είναι υπευθυνότητα.
Ποιοι οφείλουν να απολογηθούν;
Οι εργαζόμενοι δεν καταρτίζουν προϋπολογισμούς, δεν καθορίζουν τη χρηματοδότηση, τις προσλήψεις ή τις συνεργασίες του Δημοσίου με ιδιώτες. Αυτές είναι ευθύνες της πολιτικής εξουσίας.
Η απάντηση στους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς πρέπει να είναι πολιτική: διαφάνεια στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος, έλεγχος συμβάσεων και χρηματοδοτήσεων, λογοδοσία, αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης, μόνιμες προσλήψεις, αυξήσεις μισθών, ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας και περιορισμός των ιδιωτικών πληρωμών.
Ο δημόσιος πλούτος πρέπει να υπηρετεί τις ανάγκες της κοινωνίας και όχι να μετατρέπεται σε εργαλείο εξυπηρέτησης ιδιοτελών συμφερόντων.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποιος υπερασπίζεται τα δημόσια αγαθά, ποιος διαχειρίζεται τους πόρους και ποιος λογοδοτεί.
Οι εργαζόμενοι που αγωνίζονται για καλύτερο ΕΣΥ δεν δημιούργησαν τα προβλήματά του· απαιτούν να αντιμετωπιστούν.
Η δημόσια υγεία και η πρόνοια δεν είναι εμπορεύματα. Είναι κοινωνικά δικαιώματα. Η υπεράσπισή τους είναι ζήτημα αξιοπρέπειας, αλληλεγγύης και δημοκρατικής ευθύνης.
Και όσοι διαχειρίζονται τον δημόσιο πλούτο οφείλουν να δίνουν απαντήσεις στην κοινωνία — όχι να προσβάλλουν εκείνους που τις απαιτούν.
*Ο Χρήστος Γρίβας είναι Πρόεδρος του Νομαρχιακού Τμήματος Ιωαννίνων της ΑΔΕΔΥ
Ακολούθησε το Epirusgate.gr στο Google News για όλες τις τελευταίες ειδήσεις
πηγή στη Google
Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ. 252033